Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

Γιατί οι Έλληνες κεφαλαιούχοι δεν επενδύουν στον τόπο τους;




Του Ανδρέα Ζαμπούκα

Με την αποβίβαση του Όθωνα στο Ναύπλιο, το 1833, ξεκινά η αφήγηση του νεοελληνικού κράτους. Οι Βαυαροί που σχηματίζουν την πρώτη κυβέρνηση της Αντιβασιλείας, αποφασίζουν πως τα επαναστατικά δάνεια του 1824 και 1825, καθώς κι ένα άλλο που χορηγήθηκε ως «προίκα» στον Όθωνα, δεν πρέπει να πληρωθούν, εξαιτίας του ότι αποτέλεσαν αντικείμενο αισχροκέρδειας των Άγγλων αλλά και διασπάθισης από τους Έλληνες επαναστάτες.

Δεν έχουν κι άδικο για τη στάση τους αλλά, όπως ήταν επόμενο, προκαλούν την οργή των ξένων που απομονώνουν οικονομικά το νεοσύστατο ελληνικό κράτος, ως τη δεκαετία του 1860. Υπάρχει όμως και κάτι άλλο: Στο Σύνταγμα του 1844 δεν υπάρχει πρόβλεψη για την αρχή του «συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι», που οδηγεί στην αδυναμία δημιουργίας νέων πολιτικών κομμάτων και φυσικά, σοβαρών επιχειρήσεων. Με λίγα λόγια όλα ξεκινούν άσχημα. Η Ελλάδα δεν διαθέτει καμία πιστοληπτική ικανότητα και οι επίδοξοι επενδυτές αδιαφορούν να αναλάβουν το οποιοδήποτε ρίσκο σε μια χώρα που δεν μπορεί να τους εξασφαλίσει καμία σταθερότητα και συνταγματική κάλυψη. Οι Έλληνες του εσωτερικού, κυρίως πλοιοκτήτες, δεν μπορούν να δανειστούν για να ξεκινήσουν βιομηχανίες και αυτοί του εξωτερικού βλέπουν το μικρό ελληνικό βασίλειο σαν ένα ατελές μόρφωμα χωρίς κανένα ενδιαφέρον.

Το 1863 έρχεται η δυναστεία των Γλύξμπουργκ και το 1864 ψηφίζεται νέο Σύνταγμα. Ο Γεώργιος Α΄ αλλάζει το κλίμα και με τον επανακαθορισμό της αποπληρωμής των δανείων, ξεκινά ένα ευνοϊκό κλίμα ευρωπαϊκής εμπιστοσύνης προς την Ελλάδα. Η εκβιομηχάνιση της χώρας αρχίζει δειλά δειλά με τους Έλληνες επενδυτές να ανακάμπτουν, χωρίς όμως να επενδύεται ακόμα το τεράστιο εξωελλαδικό ελληνικό επενδυτικό κεφάλαιο. Οι πλούσιοι της Κωνσταντινούπολης, της Σμύρνης, της Αλεξάνδρειας, των Παραδουνάβιων περιοχών δεν έχουν αίσθηση του «οικονομικού πατριωτισμού» και δεν επιθυμούν να εμπλακούν στα πελατειακά δίκτυα των Ελλήνων πολιτικών.

Αργότερα ο Τρικούπης προσπαθεί να στηρίξει τους μεγαλογαιοκτήμονες (τσιφλικάδες), μήπως και φτιάξουν κάποιο εργοστάσιο. Όμως αυτοί, αφού αγοράζουν από τους απερχόμενους Τούρκους τα τσιφλίκια της Θεσσαλίας, «κανονίζουν» υψηλούς δασμούς στα εισαγόμενα σιτηρά και πλουτίζουν χωρίς να επενδύσουν ούτε μία δραχμή στην εκβιομηχάνιση της χώρας. Μόνο οι ξένοι έρχονται, κι αυτοί, μαθαίνοντας τα κόλπα, στήνουν δίκτυα εξάρτησης με το πολιτικό σύστημα και συμμετέχουν μόνο σε δημόσιες επενδύσεις. Το φαινόμενο της Siemens είναι πολύ παλιό για την Ελλάδα.

Η χρεοκοπία του Τρικούπη (1893) και ο χαμένος πόλεμος του 1897 φέρνουν επιτέλους, στην ελληνική οικονομία, το 1898, τον περίφημο ΔΟΕ (διεθνή οικονομικό έλεγχο). Έξι χώρες αναλαμβάνουν όλα τα μονοπώλια, έχοντας τον απόλυτο έλεγχο της ελληνικής οικονομίας και ουδεμία σχέση με τους Έλληνες πολιτικούς (είναι προφανώς το μνημόνιο της εποχής). Το επενδυτικό ενδιαφέρον απογειώνεται, η οικονομία παρουσιάζει πλεονασματικούς προϋπολογισμούς και μπαίνει στους Βαλκανικούς πολέμους πανίσχυρη σε εξοπλισμούς, οικονομικά δυνατή και με την αμέριστη υποστήριξη των ξένων. Ο Βενιζέλος προωθώντας τη Μεγάλη Ιδέα, προσβλέπει στην ενσωμάτωση του εξωελλαδικού κεφαλαίου και στην άμεση εκβιομηχάνιση της χώρας. Ξερει ότι η πλούσια αστική τάξη των εκτός συνόρων Ελλήνων είναι απαραίτητη για την επιχειρηματικότητα και την αστικοποίηση της χώρας. Μολονότι η Μικρασιαστική καταστροφή ανέτρεψε πολλά σπουδαία βενιζελικά σχέδια, τελικά, έστω και με τη βία, τα μεγάλα κεφάλαια των Ελλήνων επενδυτών μπήκαν στο νέο κράτος, που είχε πλέον διπλασιάσει τα εδάφη του και όλες τις προοπτικές για μεγάλες επενδύσεις.

Το 1936 με ΄39, ο Μεταξάς στηρίζει την ίδρυση 567 βιομηχανιών και εκτινάσσει το επενδυτικό ενδιαφέρον, προσπαθώντας να σπάσει το μεταπρατικό χαρακτήρα της οικονομίας. Ήταν φανερό ότι το ελληνικό κεφάλαιο δεν επένδυε αρκετά στην παραγωγικότητα αλλά και πάλι, με τις πλάτες των πολιτικών, εισήγαγε προϊόντα, τα διέθετε στην εγχώρια αγορά, πλούτιζε και αδιαφορούσε για την ανάπτυξη της χώρας.

Μετά τον πόλεμο, το σχέδιο Μάρσαλ έδωσε ώθηση σε δημόσιες επενδύσεις και όχι τόσο στην ιδιωτική επιχειρηματικότητα. Οι ισχυροί ρυθμοί ανάπτυξης της χώρας, τη δεκαετία του ΄50, οφείλονται περισσότερο στα μεγάλα έργα υποδομής και όχι στην ομολογουμένως, καλή πορεία της βιομηχανίας. Εννοείται πως οι συνεχείς παρεμβάσεις των πολιτικών καθόριζαν απολύτως, και τη στάση των επενδυτών. Χωρίς κρατικά δάνεια και πολιτική κάλυψη κανείς δεν ξεκινούσε ούτε τυροπιτάδικο...

Ο Παπαδόπουλος και η επταετία ενθάρρυναν τους επενδυτές αλλά και πάλι προς τα δημόσια έργα και τις υποδομές. Δεν ήταν κακό για την πρόοδο της χώρας (στα χωριά δεν υπήρχαν ακόμα δρόμοι, ηλεκτρικό, τα σπίτια ήταν πλινθόκτιστά κτλ) αλλά οι μεγάλες βάσεις στην οικονομία μπαίνουν με την παραγωγικότητα και τις εξαγωγές.

Το 1981 έρχεται από το «σατανικό υπερπέραν» ο Ανδρέας Παπανδρέου. Μέσα σε μία δεκαετία οδηγεί την οικονομία στην αποβιομηχάνιση και «επικηρύσσει» τους επενδυτές, παραδίδοντάς τους στην «πυρά». Πρόκειται για το μεγαλύτερο έγκλημα που διέπραξε ποτέ, πολιτικός σ΄ αυτή τη χώρα. Η ένταξη στην ΕΟΚ έδινε απεριόριστες δυνατότητες επιχειρηματικής πίστης και ένα αξιοζήλευτο περιβάλλον σταθερότητας. Για πρώτη φορά οι Έλληνες επενδυτές θα μπορούσαν να απεξαρτηθούν από το πελατειακό σύστημα και ν΄ «αγαπήσουν» την «πατρίδα» τους. Όμως οι πειραματισμοί και η ανεύθυνη πολιτική της τυχοδιωκτικής «πασοκοκρατίας» διέλυσε κάθε διάθεση εμπιστοσύνης και περιθωριοποίησε τον Έλληνα επενδυτή.

Το 1990 με ΄ 93 ο Μητσοτάκης δεν μπόρεσε να ανατρέψει το πανίσχυρο λαϊκιστικό κράτος και οι κυβερνήσεις που ακολούθησαν, παραδομένες πια στα πελατειακά δίκτυα των μεγαλοεργολάβων, των καναλαρχών και των συνδικάτων, οδήγησαν την οικονομία στην καταστροφή. Σ΄ αυτή την περίοδο το ελληνικό κεφάλαιο δεν παράχθηκε καν από τους μεταπράτες. Στην ουσία δεν υπάρχει παραγωγή ελληνικού κεφαλαίου. Υπάρχουν τεράστια κρατικά δάνεια και κονδύλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης που διανέμονται σε ημέτερους που «προσποιούνται» του επενδυτές και πλουτίζουν από τη διασπάθιση του δημόσιου χρήματος. Καθημερινά αποκαλύπτονται τρελές περιπτώσεις που δείχνουν με ποιο τρόπο συντηρούνταν όλοι αυτοί οι «επιτυχημένοι» επιχειρηματίες. Τώρα μάλιστα που η εποπτεία των τραπεζών θα περάσει σε ξένους, θα φανεί ποια επένδυση ήταν υγιής και ποια κρατικοδίαιτη με «θαλασσοδάνεια» κρατικών ή ιδιωτικών τραπεζών.

Τα συμπεράσματα από τα παραπάνω είναι τα εξής: Ποτέ στο ελληνικό κράτος δεν εκπονήθηκε ένα σοβαρό και μακρόπνοο εθνικό σχέδιο επενδύσεων. Ποτέ κανένας Έλληνας επενδυτής δεν «αγάπησε» την πατρίδα του για να προσφέρει με την παραγωγικότητά του. Σχεδόν ποτέ οι Έλληνες πολιτικοί δεν μπόρεσαν να αντισταθούν στο λαϊκισμό, στην εξάρτηση από συμφέροντα και στην αρχομανία τους. Ποτέ δεν υπήρξε διάθεση για ίδρυση μεγάλων βιομηχανιών που θα έφερναν και την υγιή αστικοποίηση της χώρας. Ποτέ δεν αποτέλεσε η «πατρίδα» και το «εθνικό κράτος» ασφαλές πεδίο επιχειρηματικής πίστης για τους Έλληνες κεφαλαιούχους. Οι περισσότεροι απ΄ αυτούς, που νομίζουμε για ευεργέτες, ήταν στυγνοί «καιροσκόποι» που εποφθαλμιούσαν το δημόσιο χρήμα. Μην ξεχνάμε ότι η ίδρυση της Τράπεζας της Ελλάδος, το 1827, κρίθηκε απαραίτητη από τους ξένους γιατί η Εθνική Τράπεζα του Σταύρου και του Ευνάρδου ήταν βουτηγμένη στα σκάνδαλα.

Είναι φανερό, σήμερα, ότι το ελληνικό επενδυτικό κεφάλαιο «λουφάζει», κρύβεται και αδιαφορεί για επενδύσεις. Τεράστια ποσά βρίσκονται σε ξένες τράπεζες χωρίς καμία διάθεση για εσωτερικές επιχειρηματικές κινήσεις. Ο Πρωθυπουργός Σαμαράς δεν τολμάει καν να μαζέψει σ΄ ένα τραπέζι τους δέκα πλουσιότερες Έλληνες και να τους πείσει για επενδύσεις στη χώρα τους. Πιστεύει ότι θα αρχίσουν να γελάνε μαζί του.

Αυτό συμβαίνει για πολλούς λόγους: Πρώτον, συνήθισαν στο εύκολο χρήμα και στις εξασφαλισμένες κερδοφορίες από δουλειές του δημοσίου. Δεύτερον, δεν διαθέτουν καμία επιχειρηματική διάθεση δεδομένου ότι δεν ξέρουν πως να χειριστούν μεγάλες και υγιείς επενδύσεις. Τρίτον, δεν εμπιστεύονται ένα πολιτικό σύστημα που αυτογελοιοποιείται καθημερινά. Τέταρτον, φοβούνται μήπως αποκαλυφθούν στο μέλλον, τα «κόλπα» του παρελθόντος... Πέμπτον, και το σπουδαιότερο. Αδιαφορούν πλήρως για το μέλλον αυτού του τόπου. Στην πραγματικότητα, κανένας Έλληνας δεν ένιωσε ποτέ ότι αυτό το μέρος είναι ο ζωτικός χώρος που θα ζήσει και θα δημιουργήσει. Από το 1830 έως σήμερα ζούμε ως «κλέφτες» και «αρματολοί», περιμένοντας την αρπαχτή για να γίνουμε οι καλύτεροι του χωριού μας και τίποτα παραπάνω!

Ξεκίνα λοιπόν, Πρωθυπουργέ Σαμαρά για το Κατάρ, παρακάλα μετά τους Κινέζους, κάνε κάνα ταξίδι στη Ρωσία, πείσε τους Ευρωπαίους να επενδύσουν στη χώρα σου. Φέρτους εδώ, μπας και φτιάξουν οικονομικό περιβάλλον για να σωθούμε όλοι! Κι όταν οι «κουτόφραγκοι» φέρουν το ζεστό χρήμα κι ανοίξουν οι δουλειές, ξέρουν οι δικοί μας «κεφαλαιούχοι» τι θα κάνουν: Ή θα τους μάθουν τα κόλπα τους, όπως έκαναν πάντα ή θα τους πετάξουν στη μούρη μια «κρατικοποίηση» για να καταλάβουν τι θα πει γενναίο, ηρωικό και πατριωτικό ελληνικό κράτος!!!

* Ο κ. Ανδρέας Ζαμπούκας είναι Καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας



Πηγή:www.capital.gr

1 σχόλιο:

  1. Πολύ καλό το άρθρο αλλά πρέπει να επισημανθεί μια ιστορική ανακρίβεια που πιθανόν να οφείλεται σε τυπογραφικό λάθος. Η Τράπεζα της Ελλάδος ιδρύθηκε το 1931 (και όχι το 1827) από την Κυβέρνηση Ελεύθερίου Βενιζέλου προκειμένου να ασκηθεί συναλλαγματική πολιτική λόγω της τότε διεθνούς οικονομικής κρίσης και επειδή η Εθνική Τράπεζα, που μέχρι τότε κατείχε το εκδοτικό προνόμιο, είχε εμπλακεί σε σκάνδαλο αγοράς, κρυφά, Ελληνικών ομολόγων με ρήτρα χρυσού στην "δευτερογενή" αγορά του Λονδίνου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή